Zo (double work inserted above and below the museum’s seeves).
The work is comprised of an incised replica of an undatable inscription on one of the marble columns of the Acheiropoietos church: Zω (I live), and on a replica of my own awkward drawing of my destroyed car on the day I survived the accident.
Three Breaths of Fresh Air, Islahane Museum, Thessaloniki, 2025.
I am grateful to Iordanis Papadopoulos for his beautiful text:
Ένα μακρόθεν χαιρέτισμα για την έκθεση «Τρεις ανάσες καθαρού αέρα» της Ναταλίας Καραγιάννη από τον Ιορδάνη Παπαδόπουλο
Ακολουθώ τα ίχνη της Ναταλίας, μετράω, ζυγίζω τις 3 ανάσες της, εδώ και μέρες, γράφω για αυτά, γράφω πάνω τους, άτσαλα παλίμψηστα που μέχρι να στεγνώσει το δικό μου μελάνι, έχει ήδη αρχίσει να γράφεται ή να προβάλλεται κάτι άλλο πάνω τους, κάτι δικό μου ή και ξένο. Δεν έχει σημασία ποιο είναι πιο εύστοχο ή πιο οικείο, ο καθαρός αέρας της θα τα στεγνώσει ή θα τα σβήσει όλα.
Ίχνη ανώνυμων δαχτύλων πάνω στο «Ανώνυμό» της. Τα εφήμερα εισιτήρια με φόντο τα αιωνόβια κυπαρίσσια της Ευαγγελίστριας, τα μεν να κείτονται, τα δε να ορθώνονται, πάνω από και σε χαραγμένα ονόματα και τυπωμένες ημερομηνίες, πάνω από και σε ψημένα, χιλιοπατημένα χώματα, δάχτυλα και χέρια που στηρίχτηκαν πάνω στους κορμούς τους για ν’ αντέξουν, να μην πέσουν, για να κλάψουν ή να κρυφτούν, να ορκιστούν, εισιτήρια για κάποιο πέρασμα, ένα συναινετικό «έλα, πέρνα κι εσύ μαζί μου, πίσω μου» ή ένα «με το έτσι θέλω» πέρασμα. Θα μπορούσε κάθε εισιτήριο να έχει τη θέση ενός αποστομωτικού ή αναθαρρυντικού λόγου, ενός θωπευτικού, επιμνημόσυνου διαλόγου έρωτα ή πένθους, που μόλις έληξε ή διαρκεί για πάντα.
Οι σκιές στο «Ίχνος», θολά και ασαφή περιγράμματα αντικειμένων, των οποίων η παρουσία καταδηλώνεται με την απόκρυψή τους. Στο μυαλό μου επανέρχεται ως φόντο η Ευαγγελίστρια, υπερπλήρης κεκαλυμμένων προσωπείων, των οποίων η ένταση δεν θάβεται ποτέ, με τίποτα.
Οι χάλκινες καρδιές σου είναι νεκρικές μάσκες κρεμασμένες στον αέρα, δεν είναι κάτι άλλο, σου στέλνω τη νεκρική μάσκα του Δάντη σαν αντίδωρο ή αντίλογο. Θα ήθελα να τις δω να βγαίνουν και από το χώμα.
Σε βλέπω να κρεμάς τάματα, αγγέλους στη Ροτόντα, τα οποία δεν αποβλέπουν σε θεραπεία, θαύμα, τύχη ή περιουσία. Μια τρύπα ανοίγουν, ένα πέρασμα πάλι, μια δίοδο, βιομηχανικά λείψανα εν υψίστοις, τόπος προσευχής και πίστης, μιας πλήρους αφοσίωσης και παράδοσης δυνατών χεριών και άπιαστων ψυχών.
Τέλος, τα καφάσια είναι για μένα ξεκάθαρα μνημεία τρυφερών χειρονομιών ή αλληλεγγύης μιας ανεπίστρεπτης εποχής και τόπου, άτοπη υπόσχεση μιας άλλης νέας γης. Θα τα σήκωνα όρθια, ψηλά, μια ασταθή επιτύμβια στήλη, ένα ετοιμόρροπο τοτέμ, ένα εφήμερο ανάθημα.
Ναταλία, ας συνεχίσουμε να ζούμε 20 μέτρα πάνω ή κάτω από μια επιφάνεια που δεν μας ορίζει, αλληθωρίζοντας προς αυτό το αυθαίρετο επίπεδο επιβίωσης.
Nathalie Karagiannis
Zo (double work inserted above and below the museum’s seeves).
The work is comprised of an incised replica of an undatable inscription on one of the marble columns of the Acheiropoietos church: Zω (I live), and on a replica of my own awkward drawing of my destroyed car on the day I survived the accident.
Three Breaths of Fresh Air, Islahane Museum, Thessaloniki, 2025.
I am grateful to Iordanis Papadopoulos for his beautiful text:
Ένα μακρόθεν χαιρέτισμα για την έκθεση «Τρεις ανάσες καθαρού αέρα» της Ναταλίας Καραγιάννη από τον Ιορδάνη Παπαδόπουλο
Ακολουθώ τα ίχνη της Ναταλίας, μετράω, ζυγίζω τις 3 ανάσες της, εδώ και μέρες, γράφω για αυτά, γράφω πάνω τους, άτσαλα παλίμψηστα που μέχρι να στεγνώσει το δικό μου μελάνι, έχει ήδη αρχίσει να γράφεται ή να προβάλλεται κάτι άλλο πάνω τους, κάτι δικό μου ή και ξένο. Δεν έχει σημασία ποιο είναι πιο εύστοχο ή πιο οικείο, ο καθαρός αέρας της θα τα στεγνώσει ή θα τα σβήσει όλα.
Ίχνη ανώνυμων δαχτύλων πάνω στο «Ανώνυμό» της. Τα εφήμερα εισιτήρια με φόντο τα αιωνόβια κυπαρίσσια της Ευαγγελίστριας, τα μεν να κείτονται, τα δε να ορθώνονται, πάνω από και σε χαραγμένα ονόματα και τυπωμένες ημερομηνίες, πάνω από και σε ψημένα, χιλιοπατημένα χώματα, δάχτυλα και χέρια που στηρίχτηκαν πάνω στους κορμούς τους για ν’ αντέξουν, να μην πέσουν, για να κλάψουν ή να κρυφτούν, να ορκιστούν, εισιτήρια για κάποιο πέρασμα, ένα συναινετικό «έλα, πέρνα κι εσύ μαζί μου, πίσω μου» ή ένα «με το έτσι θέλω» πέρασμα. Θα μπορούσε κάθε εισιτήριο να έχει τη θέση ενός αποστομωτικού ή αναθαρρυντικού λόγου, ενός θωπευτικού, επιμνημόσυνου διαλόγου έρωτα ή πένθους, που μόλις έληξε ή διαρκεί για πάντα.
Οι σκιές στο «Ίχνος», θολά και ασαφή περιγράμματα αντικειμένων, των οποίων η παρουσία καταδηλώνεται με την απόκρυψή τους. Στο μυαλό μου επανέρχεται ως φόντο η Ευαγγελίστρια, υπερπλήρης κεκαλυμμένων προσωπείων, των οποίων η ένταση δεν θάβεται ποτέ, με τίποτα.
Οι χάλκινες καρδιές σου είναι νεκρικές μάσκες κρεμασμένες στον αέρα, δεν είναι κάτι άλλο, σου στέλνω τη νεκρική μάσκα του Δάντη σαν αντίδωρο ή αντίλογο. Θα ήθελα να τις δω να βγαίνουν και από το χώμα.
Σε βλέπω να κρεμάς τάματα, αγγέλους στη Ροτόντα, τα οποία δεν αποβλέπουν σε θεραπεία, θαύμα, τύχη ή περιουσία. Μια τρύπα ανοίγουν, ένα πέρασμα πάλι, μια δίοδο, βιομηχανικά λείψανα εν υψίστοις, τόπος προσευχής και πίστης, μιας πλήρους αφοσίωσης και παράδοσης δυνατών χεριών και άπιαστων ψυχών.
Τέλος, τα καφάσια είναι για μένα ξεκάθαρα μνημεία τρυφερών χειρονομιών ή αλληλεγγύης μιας ανεπίστρεπτης εποχής και τόπου, άτοπη υπόσχεση μιας άλλης νέας γης. Θα τα σήκωνα όρθια, ψηλά, μια ασταθή επιτύμβια στήλη, ένα ετοιμόρροπο τοτέμ, ένα εφήμερο ανάθημα.
Ναταλία, ας συνεχίσουμε να ζούμε 20 μέτρα πάνω ή κάτω από μια επιφάνεια που δεν μας ορίζει, αλληθωρίζοντας προς αυτό το αυθαίρετο επίπεδο επιβίωσης.