Ποίηση

Αποικία

H Αποικία καταπιάνεται με τη σχέση αισθητικής/ιστορίας και, συγκεκριμένα, με την άρνηση της καταγωγής ή της ταυτότητας. Μετά τα τρία παρακάτω αποσπάσματα, επισυνάπτω ένα κείμενο που έγραψα κατόπιν των αντιδράσεων στο βιβλίο  – ισχύει ακόμα ως περιγραφή της προσπάθειας, και ορισμένοι προβληματισμοί με κατοικούν και σήμερα.

 

 

Ι.

 

Η άφιξη ήταν σκονισμένη κι ερημιά. Άνοιξε η βαριά, αρματωμένη πόρτα, και βάλθηκαν να κελαηδούν λογής λογής ιπτάμενα που ζούσαν κι αυτά μέσα σε χρυσές κλούβες. Οι κάθετες προς τα ύψη πιθανότητες δεν πραγματώνονταν ποτέ, μια χαρά ήταν εδώ μέσα, να τσιμπολογούν ψίχουλα τέτοιας ζωής. Δεν ήξερε πού να πατήσει, αλλά ο βαστάζος που προηγούνταν με τις βαλίτσες, έδειχνε τον δρόμο. Ξεκλείδωσε την πόρτα του δωματίου: σκοτάδι υγρό με μοναχό να λάμπει ακαριαία το κέρμα που πέρασε απ’το ένα χέρι στο άλλο, το γαντοφορεμένο. Σιγανό κλείσιμο και πνίξιμο. Μακριά γαυγίζει ένα σκυλί. Έξοδος στο μπαρ: αμέσως παρουσιάστηκε ένας σερβιτόρος με λιβρέα μαύρη κι άσπρα τα φινιρίσματα, γιακάδες και μανίκια, και τη γνωστή ερώτηση στα χείλη.

 

 

ΙΙ.

 

με μετρούν οι δεκαετίες μου
δε γίνεται, δεν γίνεται
μου έλεγε
μες στους αιώνες να μην ήσουν μαύρη

πέρυσι μετά από χρόνια
κουβαλούσε νοτιοαφρικάνικο κρασί
στο πορτ-μπαγκαζ, κιβώτια.

ήπιαμε – έπινε μέχρι αργά το βράδυ
έχωνε μέσα στην αποικιακή κουζίνα
το κεφάλι, γλυπτό μες στα γλυπτά της χέρια
έψαχνε μιαν εξήγηση διαρκώς καθώς
χανόταν

κρύο, ερωδιοί, καυσόξυλα
πήρα ν’ ασπρίζω

 

 

ΙΙΙ.

 

οι αγρότες και οι ποιητές παρακολουθούν στενά τις εποχές
όμως
ο πόλεμος παίζει τον καιρό στα δάχτυλα
ευρύ ρεπερτόριο είχε, άλλη υψίφωνος από ‘κεί,
τη μορφή της δυο ταράτσες πιο πέρα δεν φανταζόμασταν
διάπλατα τα παράθυρα ανοίξαμε, ως εμάς η φωνή της εισχώρησε
μια ρόδινη συστολή ένας έλεγχος άφατος διακρινόταν
αύρα φύσαγε, οι γάτες στο σκοτάδι του κήπου έπαιζαν
τα παιδιά να κοιμηθούν πήγαν, και τα παιδιά στο χαλέπι
ως τα κρεβάτια η άρια

 

 

O Χρήστος Μπάρμπας μελοποίησε κομμάτια του βιβλίου. Εδώ ένα δείγμα:

 

 

 

Για την Αποικία

 

Ένα πρόβλημα που τέθηκε πολύ νωρίς στη σύνθεση του βιβλίου είναι η υφολογική ανομοιογένεια των επιμέρους κομματιών του. Θεωρείται δεδομένο πως καλή ποιήτρια είναι εκείνη της οποίας τα ποιήματα έχουν αναγνωρίσιμο ύφος: η φωνή, όπως συνηθίζουν να ονομάζουν αυτήν την αναγνωρισιμότητα, την καταστάλαξη σε κάτι ‘δικό’, ή ο τρόπος της ποιήτριας, είναι το ζητούμενο, ένα ζητούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο δεν υπήρχε μια φωνή, όχι μόνο δεν ήταν το ζητούμενο, αλλά, αντιθέτως, υπήρχε μια πληθώρα ιδιωμάτων. Η πρώτη λύση ήταν να δοθούν τα διαφορετικά ιδιώματα σε τέσσερα κεφάλαια, εντελώς ξεχωριστά μεταξύ τους, που όμως, για την προσεχτική αναγνώστρια, κουβαλάνε την ηχώ το ένα του άλλου. Η δεύτερη λύση ήταν να εισαχθούν ανάμεσα στα κεφάλαια τα τρία τραγούδια του χρόνου (το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον) που ήλπιζα πως θα λειτουργήσουν τόσο ως φράχτες όσο και ως υπενθυμίσεις της γενικότερης θεματικής καθότι τα τρία τραγούδια έχουν ένα κοινό ύφος, εν αντιθέσει με τα κεφάλαια. Η τρίτη λύση είχε να κάνει με τη σειρά των κεφαλαίων και θα πάρω το παράδειγμα του πρώτου κεφαλαίου, όπου παρατίθενται εναλλάξ σε εφτά ημέρες, αφρικανικά στιγμιότυπα και νοθευμένα δημοτικά ακούσματα. Η σημαντική λέξη εδώ είναι η παράθεση, πως, δηλαδή, τοποθετημένα δίπλα το ένα στο άλλο, τα πεζοποιήματα από τη μια και τα τραγούδια, από την άλλη, φωτίζουν το ένα το άλλο με έναν τρόπο διαφορετικό από όταν διαβάζουμε ή ακούμε, απομoνωμένα, ένα αφρικανικό χρονικό, πχ, ή ένα δημοτικό τραγούδι.

Το βιβλίο αμφισβητεί τη λογική σύμφωνα με την οποία μυθοπλασία ίσον έξοδος από την ιστορία και ποίηση ίσον προσωπικό βίωμα. Στο πρώτο κεφάλαιο, τα αφρικανικά στιγμιότυπα  είναι αποδόσεις  βιωμάτων αλλά παρουσιάζονται ως επινοήματα. Αντιθέτως, τα δημοτικά που αμέσως ανακαλούν μέσα μας τάχα προσωπική καταγωγή και ρίζες, είναι εντελώς φτιαχτά – και για να το υπενθυμίσω, τα στραβώνω, ξεφεύγω ενίοτε από τον δεκαπεντασύλλαβο και κλείνω το μάτι στον Λόρκα που έπαιξε με σχεδόν όλες τις παραδοσιακές μελωδίες της Ισπανίας, εφευρίσκοντας μια νέα ποιητική ουσία. Το δεύτερο κεφάλαιο αντιστοιχεί σ’ αυτό που σε μια επιστημονική εργασία θα ήταν η ανασκόπηση των εργασιών. Έρχεται, όμως, δεύτερο, ύστερα από το τραγούδι του παρελθόντος, επειδή έχουμε να κάνουμε με αισθητικό αντικείμενο, όχι επιστημονικό, και σκοπός του είναι ο ανα-χρονισμός, δηλαδή μια νέα προσπάθεια χρονικής (ή ιστορικής, αν και διστάζω πολύ να γράψω την λέξη, λόγω της αποστροφής μου για την Ιστορία) διάταξης. Αναφέρονται αυτά τα κείμενα πιο άμεσα στην αποικιοκρατική λογική, με αναδρομές και αναφορές σε Έλληνες συγγραφείς που, φαντασιακά ή όχι, καταπιάνονται με την Αφρική, και στον Σαίξπηρ και τον Θερβάντες, εκ των οποίων ο ένας ασχολήθηκε με το θέμα στην Τρικυμία και ο άλλος πολέμησε, λόγω τεράστιων δανείων που αδυνατούσε να πληρώσει, στη Ναύπακτο. Το τρίτο και το τέταρτο κεφάλαιο είναι μια δική μου περιήγηση στα τοπία της Αφρικής και της Ελλάδας, με μία ουσιώδη διαφορά μεταξύ τους: το τρίτο κεφάλαιο (που, υφολογικά, δεν έχει αρχή και τέλος, δηλαδή δεν αρχίζει με κεφαλαίο και δεν τελειώνει με τελεία, και όπου σε ορισμένα σημεία, η σύνταξη είναι γερμανική – αναφορά στις σύγχρονες συνθήκες της οικονομικής κρίσης) καταπιάνεται με την απομάγευση ως φρίκη, ενώ το τέταρτο (που, υφολογικά, είναι πεζό χωρίς πολλές εκπλήξεις) καταπιάνεται με την απομάγευση ως δυνατότητα εγκατάστασης σ’ ένα οικείο τοπίο.

 

Η προφανής κατεύθυνση του βιβλίου είναι από το απρόσωπο, αυτό που δεν έρχεται από μία πηγή (όπως θα μιλούσαμε για τις πηγές μιας έρευνας), στο πρόσωπο, εκεί δηλαδή που αρχίζει και σχηματίζεται μια – πιθανώς – ανθρώπινη μορφή που μιλάει.

 

Δεκ. 2018

 

 

Από την παρουσίαση του βιβλίου, για την οποία ευχαριστώ την Αγγελική Παπούλια, τη Δήμητρα Κατιώνη και τον Χρήστο Μπάρμπα,  τον Σταύρο Πετσόπουλο και τις εκδόσεις Άγρα, καθώς και το βιβλιοπωλείο Little Tree:

 

 

 

Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Δήμητρα Κατιώνη

 

 

Γιάννης Κεφαλληνός, Μπανανιά

(θα χρειαζόταν κάποτε ένας εκτενής σχολιασμός του χαρακτικού: της αρτιότητάς του, του ερωτικού του χαρακτήρα,

της αποικιοκρατικής/εξωτικοποιητικής ματιάς του.)

>