Ποίηση

Άλτονα

Το κείμενο Άλτονα γράφτηκε το φθινόπωρο 2019, οπότε βρέθηκα στο Αμβούργο. Αποτελείται από τρία κεφάλαια (Υγρασία, Τα αγάλματα του Αμβούργου, Τρόποι ν’ αγαπήσω τον Χάινε). Εδώ, οι αρχικές γραμμές του πρώτου κεφαλαίου.

 

 

Από τη μια πλευρά, ας καλπάσει ανάμεσα στις φλαμουριές, τις λεύκες, τις βελανιδιές απάνω στον άσπρο του Τυφώνα κάτω απ΄το σταθερό ψιχαλητό που βαστάει μέρες, αυξομειώνοντας μόνο το ουράνιο ύψος, το βάθος του ορίζοντα. Τα μάτια του δεν ψάχνουν τέτοια τώρα, βάθος εστί κάθε καινούργιο δέντρο που έρχεται καταπάνω τους ταχέως, το σκούρο πράσινο σκοτάδι του δρυμού, κι ό,τι μαντεύουν από ζώα γύρω και μπροστά: άλογα ακόμα ανυπόμονα κρατημένα με κοντό χαλινάρι, το κόκκινο της στολής των κυνηγών μια φανερό και μια κρυμμένο απ’ τους πυκνούς κορμούς, μπουλούκι των σκυλιών που αλλοπαρμένα θα γαυγίζουν όλη μέρα, σκίουροι λουφαγμένοι ή σαν πουλιά πολύ πιο πάνω απ΄ολα ελεύθεροι, νυφίτσες, αρουραίοι, λαγοί, κι ό, τι άλλο δεν τράπηκε ήδη σε φυγή και ό,τι παγίδεψε η βραδύτητα ή η τυφλότητα ή η απλούστατη αβουλία της άδικής του φύσης εδώ ακριβώς που αμέσως προσπερνάμε. Καλπάζει άνιδρος επάνω στον άνιδρο Τυφώνα, τα σωθικά ζεματισμένα από το ξεροσφύρι του χαράματος: το όντως άγριο από την υγρασία και το κρύο πρωινό, το που κλωτσάει από λαχτάρα σκοτωμού κάτω στην κοιλιά του, τα αδρά γέλια των συντρόφων, τις ματιές των γυναικών, και τις συρτές γουλιές του οινοπνεύματος που μοιραστήκανε μαζί με τον καφέ πρίν καβαλικέψουν. Δεν περονιάζει πια η υγρασία τα κόκαλά του (άλλο οι γυναίκες που ανεβήκανε στις άμαξες με κυάλια και κουβέρτες), σαν τον Τυφώνα επιθυμεί το δάσος, την τρεχάλα, διακαώς.

 

 

Στο Ζάξενβαλντ,
φωτογραφία: Αριάδνη Βάγκνερ

>