Στερεοσκοπιά

Δύο κείμενα από Το στερεοσκόπιο των μοναχικών όντων (Lo stereoscopio dei solitari, Adelphi, 1972) του Juan Rodolfo Wilcock – εκ των έξι που μετέφρασα και θα δημοσιευθούν στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χάρτης τον ερχόμενο Φεβρουάριο.

 

Ο Ποιητής

 

Ιστορεί ο θρύλος το μακρύ προσκύνημα που έκαναν τα πουλιά μέσα από δάση και βουνά, προς έναν θεϊκό προορισμό που θα ήταν ταυτόχρονα διάλυση και ενσωμάτωση. Πολλά πεθάναν κατά το ταξίδι, βασανισμένα από τη δίψα, κoμματιασμένα από εχθρικούς αετούς, τρυπημένα από τα βέλη κυνηγών, σκορπισμένα από καταιγίδες. Πολλά άλλα όμως κατάφεραν να φτάσουν το προδιαγεγραμμένο μέρος όπου από τα δικά τους σώματα θα έφτιαχναν το ομόφωνο σώμα του θεού τους. Αυτός ο θεός ήταν πολύ ελαφρύς, σχεδόν σαν ένα θρόισμα του ανέμου: τα μέλη του υφασμένα από φτερά και ζεστά πούπουλα έλαμπαν μες στον ήλιο μ΄όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, τα μαλλιά του ήταν φτερά κορακιού, τα μάτια του φτερά χελιδονιού και τα χείλη του κόκκινα λειριά λοφιοφόρου. Επρόκειτο για τον θεό των πουλιών που έπαιρνε ανθρώπινη μορφή ώστε να εξολοθρεύσει έναν άλλο θεό, εχθρό των πουλιών. Ο αντίπαλος θεός έστειλε καταπάνω του την θεά των φιδιών, της οποίας το λεπιώδες κορμί ήταν φτιαγμένο ολόκληρο από οχιές πλεγμένες μεταξύ τους. Αντί οι δυό θεότητες να καταστρέψουν η μια την άλλη, ένωσαν τη σάρκα τους για έναν ολόκληρο συνεχή αιώνα, ώσπου απέκτησαν έναν γιο, που ήταν ο πρώτος ποιητής, εκείνος που έμελλε αργότερα να διδάξει τους ανθρώπους την τέχνη του λόγου μέσω των μορφών.

 

Ο Κένταυρος

 

Μες στο ατσάλινο πρωινό φως, σπάνια αρπαχτικά πουλιά στροβιλίζονται έτσι ώστε να ασκούνται και να θερμαίνονταi, αφού δεν υπάρχει καθόλου κυνήγι: τα μικρά ζώα βρίσκονται στα καταφύγιά τους και τα πουλάκια κάτω από λιγότερο αυστηρούς ουρανούς. Πάνω από την κορυφή του λόφου εμφανίζεται ο Ολίγκορ, με το γκρίζο του σκούφο από προβατίσιο πετσί. Φορά πουλόβερ μέσα από τη ζακέτα, και ένα σακάκι με μάλλινη φόδρα από πάνω. Κάτω είναι γυμνός, και ο αέρας περνά ανάμεσα στα πόδια του, ή ακριβέστερα, ανάμεσα στα άκρα του, και του αναστατώνει την ουρά. Η σιλουέτα του πάνω από τη σιλουέτα του λόφου φέρνει θαμπά στο νου αρχαία ζωφόρο. Ο Ολίγκορ κοιτάζει γύρω του μέσα στο κρύο φως και κουτρουβαλάει ηχηρά την κατηφόρα μέσα από απόκρυμνα, πετρώδη μονοπάτια. Η διπλή του χορτοφαγική και σαρκοβόρα φύση μισεί τούτη την εποχή: από τον Νοέμβριο ως τον Ιανουάριο δεν βρίσκεις να φας στα μέρη αυτά παρά κάστανα και μήλα, και μια δίαιτα που ενέχει μόνο μήλα καταλήγει πάντοτε σε δυσεντερία που την συνοδεύουν παραισθήσεις. Σε τελευταία ανάλυση, θα μπορούσε να προσπαθήσει να φάει φύλλα δένδρων, αλλά τα αειθαλή έχουν σχεδόν όλα πικρά φύλλα.

 

Ένας κένταυρος είναι υπερβολικά εκτεθειμένος στο κρύο. Άλλους χειμώνες προσπάθησε να βγει με παλτό, ωστόσο η κοιλιά του παρέμενε ασκέπαστη, η κοιλιά του ή το στήθος του, επειδή: πού αρχίζει η κοιλιά, πού τελειώνει το στήθος; – τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα. Το πισινό του μέρος είναι πιο προσαρμοσμένο στη ζωή στο ύπαιθρο, μπορεί να παραμείνει όλη τη μέρα κάτω από τη βροχή σα να μη συμβαίνει τίποτα, μα είναι το μπροστινό που υποφέρει. Καθώς δεν μπορούσε να κουμπώσει το παλτό ως κάτω, προσπάθησε να φορέσει ένα είδος παραφούστανο από σκωτσέζικο μαλλί μέσα από τη ζακέτα, αλλά με τέτοια ποδιά αισθανόταν γελοίος, καθόλου αρρενωπός, οπότε αναγκάστηκε να το βγάλει. Όχι ότι συναναστρέφεται άλλους κένταυρους, δεν είναι ράτσα κοινωνική και άλλωστε έχουν σχεδόν εξαφανιστεί: αλλά για τον Ολίγκορ η εμφάνιση έχει αξία αυτή καθ’αυτή και ένας κένταυρος με ποδιά θα υστερούσε. Ένα ωραίο καστόρινο παλτό που θα του έμπαινε μέχρι την ουρά θα ήταν λοιπόν πολύ πιο κατάλληλο, ωστόσο δεν θα έλυνε το πρόβλημα της κοιλιακής χώρα, και ας μην αναφερθούμε στο άβολο ρεύμα που δημιουργείται πίσω, στην κοιλότητα της μέσης. Για να λέμε την αλήθεια, ο Ολίγκορ δεν έχει δει ποτέ άλλον κένταυρο, αγνοεί πώς ντύνονται τον χειμώνα. Βιαστικά μαζεύει τα τελευταία ζαρωμένα μήλα από τα γυμνά κλαδιά και επιστρέφει στον στάβλο του.

 

Στον στάβλο, έχει όλα όσα του χρειάζονται για να ζωγραφίσει· ετοιμάζει μια έκθεση. Εγκατέλειψε την αφηρημένη τέχνη και τώρα αφιερώνεται στη νεκρή φύση, κυρίως ονειρικού χαρακτήρα. Καθώς ονειρεύεται σχεδόν πάντοτε τροφές, οι νεκρές του φύσεις αναπαριστούν συχνά μεγάλους σωρούς από κριθάρι κι άχυρο, ή ρέγγες καπνιστές, που του αρέσουνε πολύ, ή κομμάτια ζάχαρης ή ‘αλλες λιχουδιές τέτοιου είδους. Αυτές τις μέρες τελειώνει έναν μεγάλο πίνακα αλληγορικό που καταλαμβάνει τον μισό σχεδόν χώρο του στάβλου. Δείχνει ένα φαρδύ παχνί επενδυμένο με γούνα, στολισμένο εξωτερικά με μεγάλα ασημένια νομίσματα, και, στο κέντρο του, μια πυραμίδα από λουκουμάδες γεμιστούς και περιχυμένους με μέλι και, γύρω γύρω, στιβάδες από φαρμακευτικά φυτά. Πάνω από το παχνί φτερουγίζει ένα ζώο εραλδικό ή μυθικό, με σώμα όρνεου, κεφάλι ερπετού. Πίσω από πόρτα, εμφανίζεται ένα άλογο, απειλητικό. Τα άλογα του Ολίγκορ έχουν κάτι το τερατώδες.

 

Μια πολύ τρυφερή ώρα με τον Wilcock στη RAI:

 

 

ΝΚ, κολλάζ, 2020

>